Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- παραμπρός [parabrós] επίρρ. τοπ. : λίγο πιο μπροστά. ANT παραπίσω: Πήγαινε / προχώρησε / στάσου λίγο ~.
[μσν. παραμπρός < παρα- 2 + εμπρός και αποβ. του [e] για αποφυγή της χασμ. κατά το εμπρός > μπρος]



