Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- παραμέρισμα το [paramérizma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραμερίζω (κυρ. στις σημ. 1, 2): ~ εμποδίων / διαφορών.
[παραμερισ- (παραμερίζω) -μα]



