Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- παρακάλι το [parakáli] Ο44α & παρακάλιο το [paraká
o] Ο39 : (προφ., συνήθ. πληθ.) παράκληση, ικεσία: Άρχισε τα παρακάλια. Δεν παίρνει από παρακάλια, δεν κάμπτεται από παρακλήσεις. [παρακαλ(ώ) -ι, -ιο (αναδρ. σχημ.)]



