Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- παράτυφος ο [parátifos] Ο19 : (ιατρ.) λοιμώδης αρρώστια με συμπτώματα ανάλογα (αλλά ελαφρότερα) με αυτά του τύφου.
[λόγ. < διεθ. para- = παρα- 1 + typhoid = τυφοειδής με ταύτιση τυφοειδής = τύφος]



