Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Κριαρά]
- παράθεσις ‑ση η.
-
- 1) Τοποθέτηση δίπλα σε άλλα του ίδιου είδους, παράταξη:
- την εκ πάντων παράθεσιν ζώων αναριθμήτων (Διγ. Gr. 1839).
- 2) Τοποθέτηση, αράδιασμα των τροφών πάνω στο τραπέζι:
- Μετά γουν την παράθεσιν ων είρηκα βρωμάτων εισήλθεν, …, και το μονοκυθρίτσιν (Προδρ. IV 201).
[αρχ. ουσ. παράθεσις Η λ. (‑ση) και σήμ.]
- 1) Τοποθέτηση δίπλα σε άλλα του ίδιου είδους, παράταξη:



