Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παππούς
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παππούς ο [papús] Ο15 : 1. ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας ενός παιδιού: Ο εγγονός παίρνει συνήθως το όνομα του παππού του. ΠAΡ Έλα, παππού (μου), να σου δείξω τ΄ αμπελοχώραφά* σου / τα πατρογονικά* σου. 2. (οικ.) ο μεγάλης ηλικίας, ο γέρος: Σήκω από τη θέση σου να καθί σει ο ~. || και ως προσφώνηση προς ηλικιωμένο άνδρα: Στάσου, παππού, να σε βοηθήσω. 3. (πληθ.) α. ο παππούς και η γιαγιά μαζί, οι γονείς του πατέρα ή και της μητέρας ενός παιδιού. β. οι πρόγονοι: Οι παππούδες μας πολέμησαν για την ελευθερία. παππούλης ο YΠΟKΟΡ 1. χαϊδευτικά για τον παππού. 2. (οικ.) γέρος παπάς ή μοναχός.

[μσν. παππούς λ. νηπιακή, ίσως παιδ. κραυγή πά-που και τροπή σε ουσ. με προσθήκη του (σύγκρ. αρχ. πάππος (ίδ. σημ.) λ. νηπιακή, πάπας, παπάς και παρόμοια σε πολλές γλ.), μετακ. τόνου κατά τα μπαμπάς, γιαγιά· παππ(ούς) -ούλης]

[Λεξικό Κριαρά]
παππούς ο· πάππους· αιτιατ. πληθ. παππούς.
  • 1)
    • α) Πατέρας του πατέρα ή της μητέρας κάπ., παππούς:
      • αφέντεψεν ο πάππους του οκτώ εννέα χρόνους, κατόπι ο πατέρας του (Ιστ. Βλαχ. 451
    • β) (προκ. για ηλικιωμένο άνδρα):
      • άντρα να πάρει γέροντα, που πάππους τση λογάται (Φορτουν. Γ́ 279).
  • 2) Πρόγονος:
    • Έλληνές τε και Τρώες … Από έναν πάππουν είμεθεν (Πόλ. Τρωάδ. 11509).

[<αρχ. ουσ. πάππος· πβ. ωστόσο Ανδρ. και Δαγκ. Ο τ. στο Somav. και σήμ. ιδιωμ. Η λ. σε έγγρ. του 12. αι., στο Βλάχ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες