Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παπαδαριό
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παπαδαριό το [papaδarjó] Ο38 : (μειωτ.) πλήθος παπάδων. || το σύνολο των παπάδων, ο κλήρος.

[παπαδ- (παπάς) -αριό]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες