Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: παλιννόστηση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παλιννόστηση η [palinóstisi] Ο33 : 1.η επιστροφή κάποιου στην πατρίδα, ύστερα από μακρόχρονη απουσία· επαναπατρισμός, νόστος: Όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο η προοπτική της παλιννόστησής του απομακρυνόταν. 2. (μτφ.) για την επιστροφή κάποιου στον ιδεολογικό, πολιτικό κτλ. χώρο του.

[λόγ. παλιννοστη- (παλιννοστώ) -σις > -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go