Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παλικαριάτικος -η -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παλικαριάτικος -η -ο [palikarjátikos] & παλληκαριάτικος -η -ο [pali karjátikos] Ε5 : 1.(λαϊκότρ.) παλικαρίσιος. 2. (παρωχ., ως ουσ.) α. το παλικαριάτικο, προγαμιαία δωρεά σε άντρα. β. τα παλικαριάτικα, αμοιβή μπράβου.

[παλικάρ(ι), παλληκάρ(ι) -ιάτικος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες