Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παλαιοπωλείο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παλαιοπωλείο το [paleopolío] Ο39 : το κατάστημα του παλαιοπώλη· (πρβ. παλιατζίδικο).

[λόγ. παλαιο- + -πωλείον μτφρδ. γερμ. Althandel]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες