Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: παλέτα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
παλέτα η [paléta] Ο25 : α.λεπτή πλάκα (από ξύλο) πάνω στην οποία ο ζωγράφος απλώνει και αναμειγνύει τα χρώματα. β. η ιδιαίτερη χρωματική κλίμακα ζωγράφου, τα χρώματα που χρησιμοποιεί: Πλουτίζει την ~ του με τολμηρούς χρωματικούς συνδυασμούς. Πλούσια / αυστηρή / λιτή ~.

[γαλλ. palett(e) ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες