Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πίνω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πίνω [píno] -ομαι Ρ αόρ. ήπια, απαρέμφ. πιει, παθ. αόρ. (λαϊκότρ.) πιώθη κα, απαρέμφ. (λαϊκότρ.) πιωθεί, μππ. πιωμένος : 1. εισάγω στο στόμα και, στη συνέχεια, στο στομάχι μου ένα υγρό, ένα ποτό, καταναλίσκω ένα υγρό καταπίνοντάς το: ~ νερό / γάλα / τσάι / καφέ / κρασί / μπίρα. ~ έναν καφέ / ένα φλιτζάνι τσάι / μια γουλιά νερό / ένα ποτήρι κρασί. ~ αργά / απολαυστικά / αχόρταγα / με βουλιμία. ~ με μικρές / μεγάλες γουλιές. Δεν ~ αλκοόλ. Θέλω να πιω κάτι δροσιστικό. Ήπιε την μπίρα του μονορούφι. || ~ το χάπι, το παίρνω με νερό. Ο δράκουλας πίνει το αίμα των θυμάτων του. (έκφρ.) τρώει* και πίνει. ΦΡ ~ φαρμάκι(α)* / το πικρό ποτήρι*. είναι να την / τον πιεις στο ποτήρι, πολύ όμορφη / όμορφος. ~ νερό* στο όνομα κάποιου. ήπιε το αμίλητο* νερό. ~ το αίμα* κάποιου. ΠAΡ Γιάννης* κερνάει και Γιάννης πίνει. || (παθ. στο γ' πρόσ.): Tο κρασί ξίνισε και δεν πίνεται. 2. (μτφ.) α. απορροφώ: H διψασμένη γη ήπιε τη βροχή. Tο στυπόχαρτο πίνει το μελάνι. Tο σφουγγάρι πίνει το νερό. Tο φαΐ / το κρέας ήπιε το ζουμί. β. (προφ., κυρ. για ύφασμα) μικραίνουν οι διαστάσεις μου, επειδή έχω βραχεί, μαζεύω: Tο ύφασμα (βράχηκε και) ήπιε. 3. πίνω αλκοόλ, ένα οινοπνευματώδες ποτό: ~ κρασί / ούζο / ρετσί να / λικέρ / ουίσκι. Kάθισαν στην ταβέρνα και ήπιαν. Δεν ήπια ούτε σταγόνα σήμερα. Πίνανε ως το πρωί. Πάμε να πιούμε κάτι. Θα πιεις ακόμα ένα ποτήρι; ~ στην υγειά σου! Ήπιαν όλοι προς τιμή των νεονύμφων. Ήρθε πιωμένος, έχοντας πιει, μεθύσει. 4. πίνω συχνά και σε μεγάλες ποσότητες οινοπνευματώδη ποτά, είμαι πότης, μέθυσος: Άρχισε πάλι να πίνει. Πίνει για να ξεχάσει. ~ και μεθώ. Σταμάτα να πίνεις, θα καταστραφείς! Πίνει σαν σφουγγάρι. Tον έδιωξαν από τη δουλειά του, γιατί έπινε. 5. (λαϊκότρ., λαϊκ.) καπνίζω: Έλα να πιούμε ένα τσιγάρο.

[αρχ. πίνω (5: σημδ. τουρκ. içmek `πίνω (= καπνίζω)΄)· πιωμένος: (να) πιω -μένος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go