Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οχυρό
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οχυρό το [oxiró] Ο38 : α. οχυρωματικό έργο που είναι περίκλειστο, βασικό για την άμυνα της περιοχής στην οποία βρίσκεται: Aντιστέκεται / παραδίνεται ένα ~. Tα οχυρά του Ρούπελ. β. (μτφ.) γι΄ αυτόν που αντιστέκεται στην πιεστική επιθυμία, συνήθ. ερωτική, κάποιου. γ. (μτφ.) για ομάδα ανθρώπων, οργάνωση κτλ., η οποία συνεχίζει, επιμένει να δέχεται και να υποστηρίζει μια ιδέα, ιδεολογία, πνευματική κίνηση κτλ.: H εκκλησία σήμερα είναι το τελευταίο ~ της καθαρεύουσας.

[λόγ. εν. < αρχ. τά ὀχυρά, ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. του επιθ. ὀχυρός]

[Λεξικό Κριαρά]
οχυρός, επίθ.· οχερός.
  • α) Δυνατός, στερεός:
    • (Αχιλλ. (Smith) N 989
  • β) (για τόπο) ασφαλής:
    • (Χρον. Τόκκων 1705
  • γ) οχυρωμένος, εξοπλισμένος:
    • (Παρασπ., Βάρν. C 351
  • δ) ισχυρός, φοβερός, εξοντωτικός:
    • οχυρότατα όπλα (Διγ. Gr. 2769
    • Λιμός τους ήλθεν οχυρός, … οι πάντες εξαλείφθησαν (Χρον. Τόκκων 3214
  • Το ουδ. ως ουσ. = οχύρωση:
    • πολεμούντων και μη δυναμένων τι ποιήσαι διά το οχυρόν της πόλεως (Ιστ. πολιτ. 571).

[αρχ. επίθ. οχυρός. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οχυρός -ή -ό [oxirós] Ε1 : (για τόπο, πόλη κτλ.) που είναι διαμορφωμένος φυσικά ή τεχνητά έτσι, ώστε να έχει αυξημένη αμυντική ικανότητα: Tα στενά των Tεμπών, μια φύσει οχυρή τοποθεσία. Οι Ρωμαίοι διέθεταν πολιορκητικές μηχανές για την κατάληψη οχυρών πόλεων. || (ως ουσ.) το οχυρό*.

[λόγ. < αρχ. ὀχυρός]

[Λεξικό Κριαρά]
οχυρότης η.
  • (Προκ. για φρούριο, τόπο ή θέση) το να είναι κ. οχυρό και να κυριεύεται δύσκολα:
    • ο δε βασιλεύς κατανοήσας την οχυρότητα του κάστρου τούτου … εκείθεν αναχωρεί (Παράφρ. Χων. (v. Dieten) Ι 46).

[μτγν. ουσ. οχυρότης. Η λ. και σήμ. (‑ότητα)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες