Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οχεύω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οχεύω [oxévo] Ρ5.1α : (λόγ., για αρσ. ζώο) ζευγαρώνω με το θηλυκό.

[λόγ. < αρχ. ὀχεύω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες