Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ορνιθολόγος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ορνιθολόγος ο [orniθolóγos] Ο18 θηλ. ορνιθολόγος [orniθolóγos] Ο35 : επιστήμονας ειδικός στην ορνιθολογία.

[λόγ. < γαλλ. ornithologue < orni tho(logie) = ορνιθο(λογία) -logue = λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες