Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οργανώνω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οργανώνω [orγanóno] -ομαι Ρ1 μππ. οργανωμένος* : 1α. διαμορφώνω και διευθετώ τα τμήματα ενός συνόλου προσώπων, πραγμάτων, δραστηριοτήτων κτλ., έτσι ώστε αυτό να λειτουργεί αποτελεσματικά: ~ το στρατό / τη δημόσια διοίκηση ενός κράτους. ~ την εργασία / την παραγωγή / τις μεταφορές μιας χώρας. ~ τον ελεύθερο χρόνο μου. || Aπαγορεύτηκε στη νικημένη Γερμανία να οργανώσει στρατό. β. συστηματοποιώ κτ. δίνοντάς του λογική συνοχή: ~ τις σκέψεις μου. Δεν μπορεί να οργανώσει σωστά το λόγο του. 2α. προετοιμάζω συστηματικά μια δραστηριότητα, ένα έργο, έτσι ώστε τα επί μέρους στοιχεία που το απαρτίζουν να εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο και να του εξασφαλίζουν την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία ή εξέλιξη· διοργανώνω: ~ μια εκδήλωση / μια γιορτή / μια διάσκεψη. ~ ένα σεμινάριο / ένα συνέδριο. β. (παθ.) προετοιμάζομαι και εφοδιάζομαι με όλα τα απαραίτητα για κάποια δραστηριότητα ή ενέργεια: Οργανωθήκατε καλά για τις διακοπές. 3. εντάσσω κπ. σε μια ομάδα ή οργάνωσηII ή δημιουργώ μαζί με άλλους μια οργάνωσηII: Ο τάδε μάς οργάνωσε στην Εθνική Aντίσταση. || (συνήθ. παθ.): Οργανώθηκε στη νεολαία του τάδε κόμματος, εντάχθηκε σ΄ αυτή.

[λόγ. < γαλλ. organiser, s΄organiser < organ(e) < αρχ. ὄργαν(ον δες όργανοΙ) -iser = ώ > -ώνω (πρβ. ελνστ. ὀργανοῦμαι `διαμορφώνομαι΄)]

[Λεξικό Κριαρά]
οργανώνω· εργανώνω.
  • Προετοιμάζω συστηματικά:
    • οι άρχοντες λέγουν τον βασιλέα « … τον εδικόν σου θάνατον θέλεις ιδείν συντόμως». Καθήν ημέραν πολεμούν και οργανώνουσίν τον (Διήγ. Βελ. χ 325).

[μτγν. οργανόω. Η λ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες