Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οπλονόμος
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπλονόμος ο [oplonómos] Ο18 : υπαξιωματικός του πολεμικού ναυτικού που ασχολείται με την αστυνόμευση των ναυτών καθώς και με τη φρούρηση και συντήρηση του φορητού οπλισμού.

[λόγ. οπλο- + -νόμος κατά το αστυνόμος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες