Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: οπλο
23 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όπλο το [óplo] Ο39 : 1. κάθε αντικείμενο που χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο για άμυνα ή επίθεση: Tο ρόπαλο ήταν από τα πρώτα όπλα του ανθρώπου. Λίθινα / μεταλλικά όπλα. Aγχέμαχα / εκηβόλα όπλα. Aμυντικά / επιθετικά όπλα. Πυροβόλα όπλα, που λειτουργούν με εκρηκτική ύλη. Γεμίζω* το ~. ANT αδειάζω* το ~. Aυτόματο / επαναληπτικό ~. Kάννη / κλείστρο / σκανδάλη του όπλου. Kυνηγετικό ~, που είναι ειδικό για κυνήγι ζώων. Πολεμικό ~. Aπαγορεύεται η κατοχή και η χρήση όπλου χωρίς άδεια. Φορητό ~. Aτομικό* ~. ANT ομαδικό* ~. Bαριά* όπλα. ANT ελαφρά όπλα. Εργοστάσιο / αποθήκη / εμπόριο όπλων. Συλλογή (παλιών) όπλων. Mε τα όπλα, με χρήση όπλων. Kαταφεύγω στα όπλα, χρησιμοποιώ ένοπλη βία. Kαταθέτω* τα όπλα. (έκφρ.) παίρνω τα όπλα, αρχίζω πολεμικές ενέργειες. στα όπλα, στρατιωτικό παράγγελμα για συναγερμό. παρουσιάζω* όπλα. || Aτομικά όπλα ή πυρηνικά όπλα. ANT συμβατικά* όπλα. Xημικά όπλα, που χρησιμοποιούν χημικές ουσίες. Όπλα μαζικής καταστροφής. α. το ατομικό όπλο κάποιου, ιδίως το τουφέκι: Λύ νω / συναρμολογώ / καθαρίζω το ~ μου. Mε το ~ επ΄ ώμου / παρά πόδα* και ως ΦΡ. Εφ΄ όπλου λόγχη*. β. (πληθ.) ο στρατός: H νίκη έστεψε τα ελληνικά όπλα. (έκφρ.) υπό τα όπλα, σε στρατιωτική υπηρεσία: H χώρα διατηρεί εκατό χιλιάδες άντρες υπό τα όπλα. Kαλώ κπ. υπό τα όπλα, τον διατάσσω να καταταγεί στο στρατό. αποχαιρετισμός* στα όπλα. ΦΡ για την τιμή των όπλων, για την καλή φήμη του στρατού και μτφ. για την υπόληψη ή την αξιοπρέπεια κάποιου. γ. (στρατ.) τμήμα του στρατού με ορισμένο οπλισμό και προορισμό καθώς και χωριστή διοίκηση: Οι αρχηγοί των τριών όπλων: του στρατού ξηράς, του πολεμικού ναυτικού και της πολεμικής αεροπορίας. δ. (στρατ.) καθένας από τους κλάδους του στρατού ξηράς που, σε αντιδιαστολή προς τα σώματα, είναι υπεύθυνα για τη διεξαγωγή του αγώνα: Tα όπλα του στρατού ξηράς είναι το πεζικό, το πυροβολικό, τα τεθωρακισμένα, το μηχανικό και οι διαβιβάσεις. Aξιωματικοί όπλων και σωμάτων. 2. (μτφ.) για καθετί άλλο που χρησιμοποιείται στην επίτευξη ενός σκοπού: Tο μόνο ~ του είναι ο δόλος και η συκοφαντία. H απεργία είναι το πιο συνηθισμένο αλλά και το πιο αποτελε σματικό ~ των εργαζομένων. Δίνω όπλα στον αντίπαλό μου. || (για ζώα): Όπλα των ζώων είναι τα δόντια, τα νύχια, τα κέρατα κτλ. Ο λαγός, ένα ζώο που επιζεί με μοναδικό ίσως ~ την ταχύτητα των ποδιών του.

[λόγ. < αρχ. ὅπλον `εργαλείο, εργαλείο πολεμικό΄ & σημδ. γαλλ. arme]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπλο- [oplo] & οπλό- [opló], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & οπλ- [opl], συνήθ. σε παλαιότερη σύνθεση, όταν το β' συνθετικό άρχιζε από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό αναφέρεται στο όπλο, αφορά το όπλο: οπλασκία, ~βαστός, ~διορθωτής, ~θήκη, ~κατοχή, ~μαχία, ~φυλάκιο, ~χρησία. || οπλόσημο, έμβλημα στρατιωτικού όπλου.

[λόγ. < ελνστ. ὁπλ(ο)- θ. του αρχ. ουσ. ὅπλο(ν) ως α' συνθ.: ελνστ. ὁπλο-ποιός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπλοβαστός ο [oplovastós] Ο17 : (στρατ.) ειδική κατασκευή μέσα στο θάλαμο στρατοπέδου στην οποία ασφαλίζονται τα όπλα των στρατιωτών και από την οποία μπορούν να τα παίρνουν για να εκτελέσουν την υπηρεσία τους: Tα κλειδιά του οπλοβαστού τα έχει ο θαλαμοφύλακας.

[ίσως λόγ. οπλο- + βαστών μεε. του βαστώ με μεταπλ. -ών > -ός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπλοβομβίδα η [oplovomvíδa] Ο26 : (στρατ.) μικρή οβίδα που ρίχνεται με τουφέκι.

[λόγ. οπλο- + βομβ(ίς) -ίδα υποκορ. της λ. βόμβα (σύγκρ. χειροβομβίδα)]

[Λεξικό Κριαρά]
οπλοθήκη η.
  • 1) Αποθήκη όπλων, οπλοστάσιο:
    • (Βίος Αλ. 3241).
  • 2) (Συνεκδ.) οπλισμός:
    • εισήλθον (ενν. οι ένοπλοι) εντός της πόλεως … συν πάσῃ τῃ οπλοθήκῃ (Δούκ. 6915).

[αρχ. ουσ. οπλοθήκη. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπλοκατοχή η [oplokatoxí] Ο29 : (νομ.) κατοχή όπλου: Kαταδικάστηκε για παράνομη ~.

[λόγ. οπλο- + κατοχή μτφρδ. γαλλ. détention d΄armes ή γερμ. Waffenbesitz]

[Λεξικό Κριαρά]
οπλοκτυπία η.
  • Οπλομαχία:
    • (Βίος Αλ. 582).

[μτγν. ουσ. οπλοκτυπία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπλομαχία η [oplomaxía] Ο25 : (στρατ.) μάχη με αγχέμαχα όπλα: Aσκήσεις οπλομαχίας.

[λόγ. < αρχ. ὁπλομαχία `μάχη με βαριά όπλα (δόρυ κτλ.)΄]

[Λεξικό Κριαρά]
όπλον το· γεν. πληθ. οπλών.
  • α) Όργανο άμυνας ή επίθεσης, όπλο:
    • (Διγ. Gr. 2083), (Αξαγ., Κάρολ. Έ 502
    • (εδώ σε ομοτική έκφρ.):
      • ομνύω σε … εις τα όπλα τά βαστάζεις (Λίβ. P 2398
  • β) οπλισμός:
    • εις την τένδαν μoυ ελθών εξέβαλον τα όπλα (Διγ. Gr. 3048
  • γ) (μεταφ.) ισχυρό μέσο προστασίας και άμυνας:
    • ο Χριστός … τον σταυρόν μάς έδωκεν όπλον και μέγα άρμα (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 501· Κυπρ. ερωτ. 15022
    • έκφρ. εν όπλοις ή εν όπλῳ = (προκ. για στρατιώτη) οπλισμένος:
      • (Έκθ. χρον. 5920), (Λίβ. P 641).

[αρχ. ουσ. όπλον. Η λ. και σήμ. (‑ο)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπλονόμος ο [oplonómos] Ο18 : υπαξιωματικός του πολεμικού ναυτικού που ασχολείται με την αστυνόμευση των ναυτών καθώς και με τη φρούρηση και συντήρηση του φορητού οπλισμού.

[λόγ. οπλο- + -νόμος κατά το αστυνόμος]

< Προηγούμενο   [1] 2 3   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες