Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ομνύω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ομνύω [omnío] Ρ (μόνο στον ενεστ.) : (λόγ.) ορκίζομαι: «~ εις το όνομα της Aγίας και Ομοουσίου και Aδιαιρέτου Tριάδος να φυλάττω το Σύνταγμα και τους νόμους…».

[λόγ. < αρχ. ὀμνύω]

[Λεξικό Κριαρά]
ομνύω· ομνύγω.
— Βλ. και ομνέω, ομνόγω και ομνώ.
  • 1) Ορκίζομαι, διαβεβαιώνω με όρκο
    • α) (με σύστ. αντικ.):
      • (Βακτ. αρχιερ. 172
    •  
      • β1) (με αιτιατ.):
        • (Διγ. Esc. 164), (Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 443
      • β2) (με αιτιατ. προσώπου):
        • Ως χριστιανός ορθόδοξος ομνύω σας (Χρον. Μορ. H 21
    • γ) (με δευτερεύουσα πρόταση):
      • (Χούμνου, Κοσμογ. 529
      • ομνύεις να μην απιστήσεις (Λίβ. (Lamb.) N 423
      • (με γεν. προσώπου και ομοτική έκφρ.):
        • σου ομνύω ότι, μα την αγίαν Σοφίαν …, να μην αποχωρήσω απ’ εδώ (Hagia Sophia ω 51911
      • (με εμπρόθ. προσδ. που δηλώνει το πρόσωπο ή το πράγμα στο οποίο ορκιζόμαστε):
        • ομνύουσιν επάνω εις τα άγια (Ασσίζ. 3341
        • ομνύω εις τον Θεόν … (Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 423· Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 331
    • δ) (με έναρθρο απαρέμφ.):
      • ομνύνται οι κουράτορες του βλεπήσαι και διοικήσαι τοις ορφανοίς καλώς (Ελλην. νόμ. 52724
    • ε) (απολύτως):
      • (Ελλην. νόμ. 5207).
  • 2) Ορκίζω, βάζω κάπ. να ορκιστεί:
    • ομνύω σε εις το σπαθίν σου, μη … αποχωρισθείς με (Λίβ. N 3671).

[αρχ. ομνύω. Η λ. και ο τ. και σήμ. ιδιωμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες