Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ξιφοθήκη
1 εγγραφή
[Λεξικό Κριαρά]
ξιφοθήκη η.
  • α) Η θήκη ξίφους:
    • (Ερμον. Ξ 227
  • β) (πιθ.) φαρέτρα:
    • η κουλεός, ήγουν η ξιφοθήκη (Λεξ. IV 142).

[<ουσ. ξίφος + θήκη. Η λ. στον Ησύχ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες