Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ξηρός -ά -ό
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
ξηρός, επίθ.· ξερός.
— Βλ. και ξηρά.
  • 1)
    • α) Που δεν έχει νερό ή υγρασία, στεγνός:
      • (Αιτωλ., Μύθ. 845
      • (σε παροιμ. φρ. που δηλώνει κ. αδύνατον):
        • να μη φοβείσαι ποταμόν ξηρόν να κινδυνεύσεις (Προδρ. IV 608
    • β) (προκ. για τον καιρό) που δεν είναι βροχερός:
      • (Μάρκ., Βουλκ. 34824
    • γ) που χαρακτηρίζεται από ξηρότητα:
      • η ιστία έναι ζεστή και ξερή (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 37r
    • δ) (προκ. για τόπο) άνυδρος, αυχμηρός· που έχει ελάχιστη ξερή βλάστηση:
      • (Ιερακοσ. 36516), (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 25
    •  
      • ε1) (προκ. για βήχα) που είναι χωρίς έκκριμα, χωρίς φλέμα:
        • (Ασσίζ. 1837
      • ε2) (προκ. για μορφή κόρυζας):
        • (Ιερακοσ. 41117
    • στ) (συνεκδ. προκ. για θεραπευτικά βότανα ή άλλα φαρμακευτικά επιθέματα) που προκαλεί ξηρότητα, που δεν είναι μαλακτικός:
      • (Ασσίζ. 43025).
  • 2) (Προκ. για σάρκες) άπαχος, ισχνός, «στεγνός»:
    • (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 80).
  • 3)
    • α) Που έχει χάσει την υγρασία του, τους χυμούς του, δεν είναι χλωρός:
      • στεφάνι … ξερόν και μαραμένο (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [314]
      • δενδρόν … ξερόν (Χούμνου, Κοσμογ. 346
      • έκφρ. ξερόν δάσος = προκ. για φέρετρο:
        • (Κυπρ. ερωτ. 10637
    • β) (προκ. για οστά):
      • η σιαγόνα η ξερή (Βεντράμ., Γυν. 134
    • γ) (προκ. για χείλη):
      • (Ροδολ. Έ 219).
  • 4)
    • α) Αποξηραμένος, αφυδατωμένος:
      • Λάσαρον είτε υγρόν είτε ξηρόν δίδου (Ιερακοσ. 41527
      • (προκ. για καρπούς ή άλλα τρόφιμα):
        • σύκα … ξερά (Ασσίζ. 496
        • άρτον … ξηρόν (Προδρ. IV 245
    • β) παστωμένος ή (απλώς) στεγνός, αποξηραμένος:
      • οψάρια ξηρά (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 172).
  • 5) (Μεταφ.) που δεν έχει νεανική φρεσκάδα, «μαραμένος»:
    • βλέπει τον άνδραν της ωσάν ξερόν (Συναξ. γυν. 765).
  • 6) (Προκ. για πρόσωπο) λιπόσαρκος, ξερακιανός:
    • οι … ξηρότεροι άνδρες τοις τε όπλοις αεί εγκαρτερούσι δεινώς (Θεολ., Τζίρ. 35527· Συναδ. φ. 37v).
  • 7)
    • α) Σκληρός, τραχύς:
      • ξηρός και ριζωμένος λίθος (Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1411]
      • (σε μεταφ.):
        • είχε διπλήν καρδίαν και ξερήν σαν πέτραν (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 286
    • β) (συνεκδ.) που γίνεται καταγής:
      • ξηρού κοιτασμού (Σφρ., Χρον. 4620).
  • 8) (Προκ. για υλικά που χρησιμοποιούνται σε φαρμακευτικό παρασκεύασμα και σε αντίθεση προς τα υγρά) στερεός:
    • (Ιερακοσ. 42412).
  • 9) (Προκ. για θαλάσσια περιοχή) που έχει ξέρες:
    • από τον Τρούλον έως το νησίν της Κρήτης έναι ξερόν όλον (Πορτολ. Α 7411).
  • 10) (Μεταφ.) άψυχος:
    • των δενδρών οι ξεροί κορμοί θέλουν σ’ το πει καθάρια (ενν. πως σ’ αγαπώ) (Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [325]).
  • 11) (Μεταφ. προκ. για τα μέλη ή ολόκληρο το σώμα) παράλυτος, «πιασμένος»:
    • άνθρωπος οπού είχε το χέρι του ξηρόν (Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ιβ́ 10
    • (σε κατάρα):
      • να γενούσι … ξερά τα χέρια σου (Σπανός D 314· 1480
    • (υβριστ.):
      • το κεφάλι το ξηρόν και πανάσχημον (Σπανός D 1202).
  • Έκφρ. ξηρά γη = ήπειρος, ξηρά
    • (Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 63, 62).
    • Φρ. μένω ξερός =
      • (α) χάνω τις αισθήσεις μου, λιποθυμώ:
        • (Κατζ. Έ 123
      • (β) καταπλήσσομαι, αποσβολώνομαι, γοητεύομαι, «μαγεύομαι»:
        • (Μπερτολδίνος 164).
  • Το ουδ. ως ουσ. =
    • 1) Ξηρά, στεριά:
      • (Ψευδο-Σφρ. 24227).
    • 2) Αποξηραμένη ποσότητα θεραπευτικής ύλης σε σκόνη προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως επίπασμα:
      • (Ιερακοσ. 38316, 38515, 4879).
    • 3) Ως ένα από τα στοιχεία που αποτελούν το σύμπαν ή τον ανθρώπινο οργανισμό:
      • Η σύστασις … της ανθρωπίνης ουσίας γίνεται από τα τέσσερα ταύτα: υγρόν, θερμόν, ψυχρόν και ξηρόν (Αγαπ., Γεωπον. 172· Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 70r).
  • Το ουδ. στον πληθ. ως τοπων.:
    • (Ευγέν. 511).
  • [αρχ. επίθ. ξηρός. Η λ. και ο τ. (Steph.) και σήμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    ξηρός -ά -ό [ksirós] Ε2 : 1.(λόγ.) ξερός: Ξηρό κλίμα. 2. Ξηροί καρποί, περιληπτική ονομασία για τα αποξηραμένα φιστίκια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες, σύκα κτλ. ~ οίνος, εμπορική ονομασία, σε διάκριση προς το γλυκός. Ξηρά τροφή, πρόχειρη αμαγείρευτη ή συντηρημένη τροφή που διατηρείται πολύν καιρό και μεταφέρεται εύκολα. ~ πάγος, τεχνητός πάγος που όταν λιώνει εξαερώνεται. Ξηρό στοιχείο / ξηρά στήλη. Ξηρά μπαταρία. ANT υγρή.

    [λόγ.: 1: αρχ. ξηρός· 2: σημδ. γαλλ. sec, sèche (διαφ. το μσν. ξηροί καρποί `φρούτα που έχουν ξεραθεί΄, αρχ. καρπός ξηρός `δημητριακά΄)]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    ξηροστομία η [ksirostomía] Ο25 : (ιατρ.) ξηρότητα του στόματος.

    [λόγ. < γαλλ. xérostomie < xéro- = ξηρο- + αρχ. στόμ(α) -ie = -ία]

    < Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
    Μετάβαση στη σελίδα:Βρες