Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Κριαρά]
- ξεζαλίζομαι.
-
- 1)
- α) Συνέρχομαι ύστερα από ζάλη, αναστάτωση, λιποθυμία:
- Εξεζαλίστη η Αρετή και τ’ όνειρο δηγάται (Ερωτόκρ. Δ́ 101· Θυσ. 307)·
- β) (προκ. για το λογισμό, το νου) γίνομαι ξεκάθαρος, νηφάλιος:
- (Βοσκοπ. 44).
- α) Συνέρχομαι ύστερα από ζάλη, αναστάτωση, λιποθυμία:
- 2) (Μεταφ.) συνέρχομαι· λογικεύομαι:
- Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς, ξύπνησε, ξεζαλίσου (Ερωτόκρ. Ά 725).
[<αόρ. του εκζαλίζομαι. Η λ. στο Somav. II (λ. distordire) και σήμ.]
- 1)



