Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ξαναλέω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ξαναλέω [ksanaléo] -γομαι Ρ (βλ. και λέω) πρτ. ξανάλεγα και ξαναέλεγα, αόρ. ξανάπα και ξαναείπα, προστ. ξαναπές, απαρέμφ. ξαναπεί, παθ. αόρ. ξαναειπώθηκα και ξαναλέχθηκα, απαρέμφ. ξαναειπωθεί και ξαναλεχθεί, μππ. ξαναειπωμένος : λέω κτ. ξανά, επαναλαμβάνω κτ. που είχα ήδη πει: Aυτό να μην το ξαναπείς. Aν ξαναπείς τον αδερφό σου χαζό, αλίμονό σου! Tέτοιες βρισιές δεν ξαναλέγονται. (έκφρ.) το λέω και το ~ / το είπα και το ξανάπα, για επίμονη επανάληψη. τα ξαναλέμε / θα τα ξαναπούμε, θα ξαναβρεθούμε ή θα συνεχίσουμε τη συζήτηση. (εμείς) θα τα ξαναπούμε, ως απειλή.

[μσν. ξαναλέ(γ)ω < ξανα- + λέ(γ)ω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες