Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ντούμπλεξ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ντούμπλεξ το [dúbleks] Ο (άκλ.) : 1.τηλεφωνική σύνδεση μιας γραμμής με δύο συσκευές, συνήθ. στον ίδιο χώρο: Tο τηλέφωνο είναι ~. 2. (οικ.) για κτ. που το έχουμε διπλό: Aγόρασα κι άλλη χύτρα ταχύτητας και τις έκανα ~.

[λόγ. < γαλλ. duplex κατά το λατ. έτυμο duplex `διπλός΄ ( [p > b] κατά το γαλλ. double, δες στο ντουμπλ φας)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες