Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μότο
12 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μότο το [móto] Ο (άκλ.) : σύντομη φράση που χαρακτηρίζει το περιεχόμενο του λόγου, ιδίως κειμένου ή εντύπου, και συνήθ. γράφεται σε περίοπτη θέση: Tελειώνει πάντα τις αγορεύσεις του με το ίδιο ~. Bιβλίο φιλοσοφικού περιεχομένου με μια φράση του Πλάτωνα στο εξώφυλλο για ~.

[λόγ. < ιταλ. motto]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοτό η [motó] Ο (άκλ.) : (προφ.) η μοτοσικλέτα.

[λόγ. < γαλλ. moto (σύντμ. της λ. motocyclette = μοτοσικλέτα)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοτό το [motó] Ο (άκλ.) : (προφ.) το μοτοποδήλατο.

[< μοτό η]

[Λεξικό Κριαρά]
μότο το.
  • (Μεταφ.) (ύποπτη) σχέση, «πάρε-δώσε»:
    • μετά ποιο δεν έχει αυτή μπερδέματα και μότα; (Φορτουν. Έ 17).

[<ιταλ. moto. Η λ. και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοτοκρός το [mótokrós] Ο (άκλ.) : αγώνας ανώμαλου δρόμου με μοτοσικλέτες.

[λόγ. < γαλλ. motocross]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοτοποδήλατο το [motopoδílato] Ο42 : δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μικρής ιπποδύναμης· μηχανάκι: Οδηγός μοτοποδηλάτου.

[λόγ. μοτό + ποδήλατον μτφρδ. αγγλ. motor bicycle]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοτόρι το [motóri] Ο44 : (λαϊκότρ.) ο κινητήρας. α. κάθε μηχάνημα που διαθέτει κινητήρα. β. το μηχανοκίνητο καΐκι. μοτοράκι το YΠΟKΟΡ.

[ιταλ. motor(e) ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοτορόλα η [motoróla] Ο25α : ραδιοτηλέφωνο για αυτοκίνητο: H ~ του περιπολικού της αστυνομίας.

[λόγ. < αγγλ. motorola σήμα κατατ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μότορσιπ το [mótorsip] Ο (άκλ.) : κάθε εμπορικό πλοίο που κινείται με μηχανές εσωτερικής καύσεως.

[λόγ. < αγγλ. motor ship]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοτοσακό το [motosakó] Ο (άκλ.) : το μοτοποδήλατο.

[σήμα κατατ.(;)]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go