Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μόντεμ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μόντεμ το [módem] Ο (άκλ.) : (πληροφ.) συσκευή που χρησιμοποιείται για τη σύνδεση ηλεκτρονικών υπολογιστών μέσο τηλεφωνικής γραμμής: Xάλασε το ~ μου και δεν μπορώ να συνδεθώ με το ιντερνέτ.

[λόγ. < αγγλ. modem σύντμ. του mo(dulator) dem(odulator)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go