Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μόνον
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
μόνον, επίρρ.· μόν’· μόνε· μόνι· μόνο· μόνουν· μούνε.
— Βλ. και μοναχά.
  • Ά Επίρρ.
    • 1)
      • α) Μόνον, αποκλειστικά (για να δηλωθεί περιορισμός ή αποκλεισμός προσώπου ή γεγονότος):
        • (Πανώρ. Πρόλ. 74), (Αλεξ. 438, 155), (Χρον. Τόκκων 2703
        • (σε επανάληψη επιτ.):
          • (Πορτολ. Α 1806
      • β) (στο σχ. όσο μόνε + ειδική πρόταση για να δηλωθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός):
        • οι άλλοι … τον εδεχόντησαν, όσο μόνε ότι τον εφιλεύανε (Χρον. σουλτ. 3620
      • γ) (επιτ. με τα ένας, μοναχά, μοναχός):
        • μόνο ένα λογισμόν είχαν (Ερωτόκρ. Ά 40
        • μοναχά μόνε με τον Μωσέ εσύντυχεν ο Κύριος; (Πεντ. Αρ. XII 2· Διγ. Άνδρ. 39017
      • δ) απλώς και μόνον, απλώς:
        • (Κυπρ. ερωτ. 1312
        • μόνο να το θυμηθώ … νεκρώνουνται τα μέλη μου (Ερωτόκρ. Ά 925
      • ε) (για να δηλωθεί εξαίρεση) παρά μόνον, εκτός:
        • (Πουλολ. 49
        • Άλλος τινάς δε μου 'φταιξε, μόνον η γι‑όρεξή μου (Πανώρ. Έ 205
        • (με προηγ. την πρόθ. παρά):
          • ουδείς γινώσκει … την ώραν του τέλους του παρά μόνον είς, ο Θεός (Σεβήρ., Διαθ. 189
        • (με επόμ. το σύνδ. και):
          • ουκ είχαν πλέον το τι να φάουν, μόνον και τα κορμιά τους (Χρον. Μορ. H 2933
      • στ) (με αριθμητ.) παρά μόνον, το πολύ πολύ:
        • (Χρον. Μορ. P 1899
        • ο Αδάμ δεν εστάθηκεν εις τον Παράδεισον, μόνον έξι ώρες (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 75r
        • έκφρ. μόνον και, βλ. και Εκφρ. 18.
    • 2) (Στο σχ. μόνον πως δεν …) μόνο που δεν …, λίγο έλειψε να …:
      • μετά πολλού θυμού τον ύβρισε και μόνον πως δεν τον έδειρε (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 341).
    • 3) (Χρον.)
      • α) πια, τελικά:
        • όσον να πα στα πρόβατα έσωσε μόν’ το βράδι (Σταυριν. 664
      • β) τότε ακριβώς, αμέσως:
        • μπαίνει (ενν. η Σωσάννα) στο λουτρό … μόνε θωρεί τους γέροντες (Δεφ., Σωσ. 110).
  • Β́ Ως σύνδ.
    • 1) Αντιθετικός
      • α) (μετά από αρνητ. πρόταση) παρά μόνον:
        • (Περί ξεν. 74
        • μέρα και νύκτα δεν σιγώ, μόν’ κάθομαι και κλαίω (Θρ. πατρ. 63
      • β) (επιτ.) αποκλειστικά και μόνο για …, μόνο και μόνο για …:
        • εγκρέμνισα στο πέλαγος μόνε για να γλυτώσω (Γαδ. διήγ. 475· Βεντράμ., Γυν. 46
        • (με προηγ. το σύνδ. και):
          • να παίζεις ουκ ηξεύρεις, και μόνον ήλθες, άτυχε, φοβέριστρον του γάμου (Πουλολ. 11
      • γ) (για να δηλωθεί περιοριστική αντίθεση) παρά μόνον:
        • (Καρταν., Π. Ν. Διαθ. φ. 191r
        • Σ’ άλλο δεν ήσουνε καλός, μόνε να με πλανήσεις (Ζήνου, Βατραχ. 172
      • δ) (στο σχ. ου μόνον …, αλλά και ή μα μάλιστα για σύνδεση επιδοτική):
        • ου μόνον τότε η φροντίς, αλλά και νυν τυγχάνει (Προδρ. IV 150· Αλεξ. 1783
      • ε) αλλά, όμως:
        • (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 191r
        • θεγατέρα του πατρός μου αυτή· μόνε όχι θεγατέρα της μάνας μου (Πεντ. Γέν. XX 12
      • στ) (με βουλητική συν. πρόταση για να δηλωθεί όρος, προϋπόθεση) αρκεί να …, φτάνει να …:
        • πίνω το αίμα του, μόν’ να βρεθεί ομπρός μου (Άλ. Κύπρ. 1752· Ιμπ. 25).
    • 2) (Εναντιωμ. με προηγ. ή επόμ. το και) αν και, παρόλο που, μολονότι:
      • (Χρον. Τόκκων 2418
      • Μόνον κι είναι πουλλίν, παντές λυπάται τα πάθη μου (Κυπρ. ερωτ. 249).
    • 3) Συμπερασμ.
      • α) (για να εκφράσει προτροπή) λοιπόν:
        • (Τριβ., Ταγιαπ. 129
        • ειπέτε του Δαρείου ότι εγώ είμαι ητοιμασμένος, μόνον, όταν θέλει, ας έλθει (Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 215r
      • β) σίγουρα, βέβαια:
        • έκραξεν ο Αβιμελέκ το Ιτσχάκ και είπεν: «Μόνε ιδού γεναίκα σου αυτή» (Πεντ. Γέν. XXVI 9· Γέν. XXIX 14).
    • 4) (Χρον. στο σχ. και μόνο να …) (αμέσως) μόλις, ευθύς ως:
      • και μόνο να γροικήσει το φτύσμα μου το αδυνατό ντελόγκο είχε γυρίσει (Φορτουν. Γ́ 739).
    • 5) (Συνδετικός για να δηλωθεί αντίθεση ή περιορισμός):
      • να το φας (ενν. το κριάς)· … μόνε δυναμώσου να μη φας το αίμα (Πεντ. Δευτ. XII 23· Δευτ. XV 4).
    • 6) (Αιτ. στο σχ. μόνε να) (ακριβώς) επειδή:
      • Μόνε να είμαι εγώ καλή, … είμαι εδώ πρόθυμος (Μπερτολδίνος 137).

[αρχ. επίρρ. μόνον. Οι τ. μόνε (Βλάχ.) και μόνι σήμ. ιδιωμ. Η λ. και οι τ. μόν’ και μόνο και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
μονονυκτίς, επίρρ.
  • Σε μία μόνο νύχτα:
    • ήλθεν μονονυκτίς και έβαλεν λαμπρόν εις τες πόρτες (Μαχ. 30226).

[<επίθ. μόνος + ουσ. νύκτα. Τ. ‑χτί(ς) σήμ. ιδιωμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες