Παράλληλη αναζήτηση
| 1 εγγραφή | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
[Λεξικό Κριαρά]
- μόλεμα το.
-
- Μόλυνση·
- (εδώ) λοιμός:
- ήλθεν πάλιν μόλεμα και απέθανον πολλοί (Ιστ. δεσποτών Ηπείρ. 162).
- (εδώ) λοιμός:
[<αόρ. του μολεύω + κατάλ. ‑μα. Τ. ‑λι‑ σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ. κρητ.]
- Μόλυνση·



