Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μπλόκι
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπλόκι το [blóki] Ο44 : μεγάλο κομμάτι από στερεό υλικό: Ένα ~ μαρμά ρου / από πέτρα / από μπετόν. Tα μπλόκια της παραλίας.

[αγγλ. block ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες