Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μπετονιέρα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπετονιέρα η [betonéra] Ο25α : μηχάνημα με το οποίο γίνεται η ανάμειξη των υλικών για την παρασκευή του μπετόν.

[γαλλ. bétonnièr(e) ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go