Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μπαταρία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπαταρία η [bataría] Ο25 : 1. συσκευή που μπορεί να αποθηκεύει ηλεκτρική ενέργεια ή να χρησιμοποιείται ως φορητή πηγή ηλεκτρικού ρεύματος: H ~ του αυτοκινήτου / του ραδιοφώνου. Φορτίζω την ~. Πέφτει η ~. Aλκαλικές μπαταρίες. Yγρές μπαταρίες, που έχουν υγρό. ANT ξηρές μπαταρίες. ΦΡ γεμίζω* τις μπαταρίες μου. 2. είδος βρύσης με δυνατότητα παροχής και ανάμειξης ζεστού και κρύου νερού στο νεροχύτη του μπάνιου ή της κουζίνας, στην μπανιέρα ή στην ντουζιέρα.

[βεν. bataria `συστοιχία κανονιών, εργαλεία της κουζίνας΄ με αλλ. της σημ. κατά το γαλλ. batterie `συστοιχία κανονιών, σύνολο εργαλείων που λειτουργούν μαζί, συστοιχία ηλεκτρικών στηλών΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπαταριά η [batarjá] Ο24 : (παρωχ.) ομοβροντία.

[τουρκ. batar(ya) [batá-] -ιά < βεν. bataria (δες στο μπαταρία)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go