Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μπασμένος
1 εγγραφή
[Λεξικό Κριαρά]
μπασμένος, μτχ.,
βλ. μπαίνω.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες