Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μπήγω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπήγω [bíγo] -ομαι & (σπάν.) μπήζω [bízo] -ομαι & μπήχνω [bíxno] -ομαι Ρ2.2 : 1. βάζω κτ., συνήθ. αντικείμενο επίμηκες και αιχμηρό, μέσα σε στερεό σώμα πιέζοντας ή χτυπώντας το: Tου έμπηξε το μαχαίρι στο στήθος. ~ ένα καρφί στον τοίχο για να κρεμάσω το κάδρο, καρφώνω. || χώνω: Mπήγει το αλέτρι / την αξίνα βαθιά στο χώμα. Tο λιοντάρι έμπηξε τα δόντια του στο λαιμό του θύματος. 2. (με ορισμένα ουσιαστικά ως αντικείμενο) αρχίζω να κάνω με ένταση την ενέργεια που δηλώνεται από το αντίστοιχο ουσιαστικό· (πρβ. βάζω, ξεσπάω σε…): ~ τα γέλια / τις φωνές / τα κλάματα, γελώ, φωνάζω, κλαίω. Έμπηξε τις φωνές και την άκου σε όλη η γειτονιά.

[μσν. μπήγω, μπήζω, μπήγνω < μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. ἐμπηξ- του ελνστ. ἐμπηγνύω < αρχ. ἐμπήγνυμι· μπήχνω: μεταπλ. του μσν. μπήγνω]

[Λεξικό Κριαρά]
μπήγω· εμπήγω· μπήζω· μπήσσω· μπήχνω· μπήχτω· σπήγω· αόρ. έμπησα· προστ. έμπηξον· μτχ. παρκ. μπημένος· πηγμένος· αόρ. έπηξα· μτχ. πήξας.
  • I. Ενεργ.
    • 1)
      • α) Μπήγω, στερεώνω κ. (στο έδαφος ή σε στερεό σώμα):
        • (Διγ. Z 2507
        • παλούκια πλήθος έμπηξε τριγύροθεν της τέντας (Αργυρ., Βάρν. Κ 313· Απολλών. 47
        • να κόψουν το κεφάλιν μου, να μπήξουν εις κοντάριν (Ανακάλ. 53
      • β) (για μέρος του σώματος) μπήγω· χώνω με ορμή ή βίαια:
        • μαχαίριν είχα πάρει να εμπήξω εις την καρδίαν μου (Ιμπ. 144
      • γ) (συνεκδ.):
        • μαχαίριν … τον Αχιλλέα εκ πλευρού σφαγέντα τον εμπήγει (Βυζ. Ιλιάδ. 984
      • δ) (σε σεξουαλικό υπονοούμενο):
        • (Φορτουν. Δ́ 308
      • ε) (σε μεταφ.):
        • (Εκατόλ. M 6830).
    • 2) Στήνω:
      • τένταν πήξαντες εν τῃ ξηρᾴ εξήλθε (Δούκ. 4177).
    • 3) (Προκ. για ρούχα) στερεώνω, «πιάνω»:
      • μπήξε και τα ρούχα σου ομπρός στο μπροστοκούρβιν (Αρμούρ. 51· Διγ. Gr 1067), (Προδρ. IV 190).
    • 4) Καρφώνω:
      • ούτε καρφίν ηγόρασας να εμπήξεις εις σανίδιν (Προδρ. I 87).
    • 5) Χαμηλώνω, σκύβω:
      • την κεφαλή, στα χαμηλά τη μπήχνει (Ερωτόκρ. Β́ 1524· Ροδινός 233).
    • 6) Χώνω κάπ. κάπου βίαια:
      • Τραβίζοντάς σε … εκεί θε να σε μπήξω (ενν. στο σπήλιο) (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [1161]).
    • 7) Ράβω (κ. διακοσμητικό πάνω σε ύφασμα):
      • ήσαν εμπηγμένα εις αυτήν (ενν. την τραχηλιά) μαργαριτάρια (Διγ. Άνδρ. 3475).
    • 8) (Μεταφ. για γνώσεις) διδάσκω, μεταδίδω με το ζόρι:
      • Δάσκαλε τη latinità … να τως τηνε μπήχνεις στον ομυαλό (Φορτουν. Γ́ 224).
  • II. Μέσ.
    • 1) Είμαι χωμένος, κείμαι:
      • ο άγιος λίθος είναι πηγμένος κάτω εις την γην (Προσκυν. Κουτλ. 390 12712).
    • 2) Σφηνώνομαι:
      • κομμάτι κόκαλον… εις τον λαιμόν του … εμπήχθηκε (Αιτωλ., Μύθ. 1433).

[<αόρ. έμπηξα <ενέπηξα του αρχ. εμπήγνυμι. Ο τ. εμπ‑ στο LBG. Η μτχ. παρκ. μπημένος στο Βλάχ. και πηγμένος στο Meursius. Ο αόρ. έπηξα και η μτχ. πήξας από το αρχ. πήγνυμι. Τ. σπήω σήμ. ποντ. Ο τ. ‑χνω (Βλάχ.) και η λ. (Du Cange, λ. ‑γνειν) και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες