Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μοσχάτο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοσχάτο το [mosxáto] Ο39 : είδος σταφυλιού καθώς και το κρασί που παράγεται από αυτό. || (ως επίθ.): ~ σταφύλι / κρασί.

[λόγ. επίδρ. στη λ. μοσκάτο ίσως αντδ. < ιταλ. moscato < λατ. muscus < ελνστ. μόσχος (δες μόσχος 2)]

[Λεξικό Κριαρά]
μοσχάτος, επίθ.· μοσκάτος.
  • 1) Που περιέχει μόσχο· ευωδιαστός:
    • αλειπτούτσικα μοσχάτα (Προδρ. II 46
    • Εις κρασίν να ποίσει ουσίαν μοσκάτην (Ιατροσ. κώδ. φογ́).
  • 2) Προκ. για το ιδιαίτερα ευωδιαστό κρασί που παράγεται από την ομώνυμη ποικιλία σταφυλιού:
    • (Φουρτουν. Ά 107).
  • Το ουδ. ως ουσ. = το μοσχάτο κρασί:
    • μοσχάτον θαυμαστόν εκ το νησί της Κρήτης (Αρσ., Κόπ. διατρ. [620]).

[<ουσ. μόσχος + κατάλ. ‑άτος. Ο τ. στο Βλάχ. (στο ουδ.) και σήμ. Ουδ. μουσκάτον ως ουσ. σήμ. κυπρ. Η λ. στο Du Cange App. II (στο ουδ.) και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες