Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μονόχειρ
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
μονόχειρ, επίθ.
  • Που έχει ένα μόνο χέρι:
    • (Δούκ. 13128).

[μτγν. επίθ. μονόχειρ. T. ‑ρας σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μονόχειρας ο [monóxiras] Ο5 & μονόχειρος ο [monóxiros] Ο20 : ο άνθρωπος που έχει ένα μόνο χέρι.

[λόγ. < ελνστ. μονόχειρ, αιτ. -χειρα· μονόχειρ(ας) μεταπλ. -ος κατά τα άλλα επίθ.]

[Λεξικό Κριαρά]
μονόχειρος, επίθ.
  • Που έχει ένα μόνο χέρι:
    • (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2932).

[<επίθ. μονόχειρ + κατάλ. ‑ος. Τ. ‑χε‑ στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες