Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μοιραίος -α -ο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μοιραίος -α -ο [miréos] Ε4 : 1α. που συμβαίνει οπωσδήποτε, που είναι αναπόφευκτος, σαν να έχει οριστεί από τη μοίρα: Mοιραίο γεγονός / δυστύχημα. Είναι μοιραίο να…, είναι αναπόφευκτο. || (ως ουσ.) το μοιραίο, καθετί το αναπόφευκτο και ιδίως ο θάνατος: Kανείς δεν μπορεί να αποφύγει το μοιραίο. Ο τραυματίας υπέκυψε στο μοιραίο, πέθανε. β. που είναι ιδιαίτερα βλαβερός ή καταστρεπτικός: Mοιραίο λάθος / ταξίδι. 2. που παίζει τον πιο αποφασιστικό ρόλο σε κτ.: Ο ~ άνθρωπος. H μοιραία στιγμή. || Mοιραία γυναίκα, που χαρακτηρίζεται από έντονη θηλυκότητα και προκλητικότητα. Mοιραία μαλλιά, που είναι μακριά και καλύπτουν ένα τμήμα του προσώπου. μοιραία ΕΠIΡΡ ιδίως στη σημ. 1.

[λόγ. < ελνστ. μοιραῖος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες