Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μιούζικαλ
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μιούζικαλ το [mnúzikal] Ο (άκλ.) : μουσικοχορευτικό έργο του θεάτρου ή του κινηματογράφου: Έγχρωμο ~.

[λόγ. < αγγλ. musical]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go