Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μελέτησις
1 εγγραφή
[Λεξικό Κριαρά]
μελέτησις η.
  • Μελέτη, έγνοια, σκέψη:
    • (Ριμ. Βελ. ρ 787).

[<μελετώ + κατάλ. ‑σις. Η λ. τον 5. αι.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες