Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μειώνω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μειώνω [mióno] -ομαι Ρ1 : 1. (για μέγεθος) α. κάνω κτ. πιο μικρό ή πιο λίγο· λιγοστεύω, ελαττώνω, μικραίνω. ANT αυξάνω: ~ το μήκος / το βάρος / τη διάρκεια / την ταχύτητα. β. (παθ.) γίνομαι λιγότερος, μικρότερος: Mειώνονται συνεχώς τα αποθέματα τροφίμων λόγω αυξήσεως του πληθυσμού. Ομαδικά ταξίδια με μειωμένες τιμές. Mειωμένη θητεία. 2. (μππ.) για κτ. που θεωρείται κατώτερο από το μέσο όρο: Άνθρωπος μειωμένης νοημοσύνης / αντίληψης / ηθικής. 3. υποβιβάζω τη σημασία, τη σοβαρότητα ενός γεγονότος, μιας ενέργειας κτλ.: Προσπαθεί να μειώσει τη σημασία του επεισοδίου. 4. (για πρόσ.) προσβάλλω ηθικά κπ.: Mε συγχωρείς, αλλά δεν ήθελα να σε μειώσω μ΄ αυτά που είπα. || ~ το κύρος / την υπόληψη κάποιου.

[λόγ. < αρχ. μει(ῶ) -ώνω `μειώνω ηθικά΄, ελνστ. σημ.: `ελαττώνω΄]

[Λεξικό Κριαρά]
μειώνω.
  • Ελαττώνω (ηθικά), ζημιώνω:
    • (Δεφ., Λόγ. 382).

[αρχ. μειόω. Η λ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες