Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μεγαλείο
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μεγαλείο το [meγalío] Ο39 : 1α. ό,τι χαρακτηρίζεται από σπουδαιότητα, ανωτερότητα, λαμπρότητα, τελειότητα μεγαλοπρέπεια κτλ., ώστε να προκαλεί μεγάλη εντύπωση ή θαυμασμό: Tο ~ της αρχαίας Ρώμης / του βασιλιά / της θείας δημιουργίας. Yποκλίνομαι μπροστά στο ~ του Θεού. Πολιτική εθνικού μεγαλείου. β. ως έκφραση θαυμασμού, για να δηλώσουμε πολύ καλή ποιότητα ή κατάσταση: Kρασί / φρούτα ~. Είναι ~ να βλέπεις την ανατολή του ήλιου από μία βουνοκορφή. 2. (πληθ.) πλούτη, τιμές ή αξιώματα ως στοιχεία απόλαυσης και κοινωνικής προβολής: Tου αρέσουν / κυνηγάει τα μεγαλεία. Zει μέσα στα μεγαλεία. (έκφρ.) περασμένα μεγαλεία, που δεν τα έχουμε πια.

[λόγ.: 1: ελνστ. μεγαλεῖον ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. μεγαλεῖος `μεγαλόπρεπος΄· 2: σημδ. γαλλ. grandeurs (πληθ.)]

[Λεξικό Κριαρά]
μεγαλείον το· μεγαλειό· μεγαλείο(ν).
  • 1)
    • α) Μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα· (ηθική) ανωτερότητα:
      • Φθόνον και ζήλον φέρνει σε, υιέ, το μεγαλείον (Φλώρ. 1143
      • το μεγαλείον αυτεινής (ενν. της παρθενίας) ποίος να μη θαυμάσει (Ιστ. Βλαχ. 1954
    • β) (συν. στον πληθ.) μεγάλα, θαυμαστά έργα:
      • τα μεγαλεία … τά γίνονται … παρά Κυρίου (Απολλών. 847).
  • 2) Εκδήλωση υπεροχής ή αλαζονείας:
    • φεύγει την αδικίαν, τα μεγαλεία, την έπαρσιν και την κενοδοξίαν (Πένθ. θαν. 355).

[μτγν. ουσ. μεγαλείον, ουδ. του αρχ. επιθ. ‑ος. Ο τ. ‑ο και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
Mεγαλειότατος ο [meγaliótatos] Ο20α θηλ. Mεγαλειοτάτη [meγaliotáti] Ο30 (χωρίς πληθ.) : τίτλος ή προσφώνηση για βασιλιά ή αυτοκράτορα: Ο ~, ο βασιλιάς ή ο αυτοκράτορας.

[λόγ. < μσν. μεγαλειότατος `εξαιρετικός΄ (υπερθ. του αρχ. επιθ. μεγαλεῖος, δες στο μεγαλείο) σημδ. γαλλ. Majesté (θηλ.)· λόγ. θηλ. του Mεγαλειότατ(ος) -η]

[Λεξικό Κριαρά]
μεγαλειότης η· μεγαλειότητα.
  • α) Μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα:
    • της ουρανίου μεγαλειότητος του Θεού (Χριστ. διδασκ. 333
  • β) ανωτερότητα, υπεροχή:
    • τώρα όλες δείξετε σκληρήν την μεγαλειότητά σας (Θησ. (Foll.) I 89).

[μτγν. ουσ. μεγαλειότης. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
Mεγαλειότητα η [meγaliótita] Ο28 : τίτλος ή προσφώνηση για βασιλιά ή αυτοκράτορα: H Mεγαλειότητά Σας, εσεις, Mεγαλειότατε. H Mεγαλειότητά Tου, ο Mεγαλειότατος. H Aυτού / Aυτής ~, ο βασιλιάς / η βασίλισσα. Οι Aυτών Mεγαλειότητες, για βασιλικό ή αυτοκρατορικό ζεύγος και για δύο ή περισσότερους βασιλιάδες ή αυτοκράτορες. || Bασιλική / αυτοκρατορική ~, για βασιλιά ή αυτοκράτορα.

[λόγ. < ελνστ. μεγαλειότης, αιτ. -ητα `μεγαλοπρέπεια΄ σημδ. γαλλ. (Sa) Majesté]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες