Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μαργαριτάρι
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μαργαριτάρι το [marγaritári] Ο44 : 1. είδος σκληρού, γυαλιστερού και συνήθ. σφαιρικού πολύτιμου λίθου, οργανικής προέλευσης, που σχηματίζεται μέσα στο όστρακο ορισμένων μαλακίων και χρησιμοποιείται στην κοσμηματοποιία: Φυσικό / καλλιεργημένο / αληθινό / ψεύτικο ~. Aλιεία / καλλιέργεια μαργαριταριών. Kολιέ με μαργαριτάρια. Δόντια σαν μαργαριτάρια, μικρά και άσπρα. 2. (μτφ.) α. για κτ. που μοιάζει με μαργαριτάρι: Δύο μαργαριτάρια κύλησαν στα μάγουλά του, για δάκρυα. β. για κάθε σοβαρό λάθος, ιδίως γλωσσικό, κυρίως στο γραπτό λόγο: Mαθητική έκθεση γεμάτη μαργαριτάρια.

[μσν. μαργαριτάρι(ο)ν υποκορ. του ελνστ. μαργαρίτ(ης) (ανατολ. προέλ.) -άριον (2β: λόγ. μαργαρίτης με προσαρμ. στο δημοτ. μαργαριτάρι, σημδ. γαλλ. perle ή ιταλ. perla)]

[Λεξικό Κριαρά]
μαργαριτάριον το· μαργαριτάρι· μαργαριτάριν· γεν. εν. μαργαριτάρου· γεν. πληθ. μαργαριτάρων.
  • Μαργαριτάρι:
    • (Λόγ. παρηγ. L 291
    • ρεβιθάτον μαργαριτάρι (Διήγ. Αλ. V 39
    • δόντια μαργαριτάρια (Βέλθ. 702
    • (σε μεταφ.):
      • Το ριζικό κι η μοίρα σας να αθιού μαργαριτάρια (Στάθ. Γ́ 513).

[<ουσ. μαργαρίτης + κατάλ. ‑άριον. Η λ. σε παπύρ. και στο Meursius. Ο τ. ‑ιν τον 9. αι. και σήμ. ποντ. Ο τ. ‑ι στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
μαργαριταρίτσιν το.
  • Μικρό μαργαριτάρι:
    • (Κώδ. Πάτμου I 10).

[<ουσ. μαργαριτάρι(ν) + κατάλ. ‑ίτσιν]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες