Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μαγικός
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
μαγικός, επίθ.
  • Μαγικός:
    • μαγική … τέχνη (Λίβ. Sc. 2763).
  • Το ουδ. μαγικό και μαγικά ως ουσ. = μαγεία, μαγική τέχνη:
    • Δύναμη μεγαλύτερη παρά το μαγικό μου τα σκότωσε (Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 149· Πανώρ. Ά 266).

[μτγν. επίθ. μαγικός. Το ουδ. ως ουσ. στον τ. μαϊκό σήμ. κρητ. και πληθ. μαϊκά ποντ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μαγικός -ή -ό [majikós] Ε1 : 1α. που σχετίζεται με τη μαγεία ή με το μάγο: Mαγική τέχνη / δύναμη. Mαγικό τέχνασμα. Mαγικές τελετές. Mαγικοί πάπυροι, που περιέχουν μάγια, ξόρκια κτλ. β. που έχει μαγικές ιδιότητες: Mαγικά λόγια. Mαγική λέξη. Mαγικό ραβδί / ραβδάκι, που χρησιμοποιεί ται από τους ταχυδακτυλουργούς. Ο ~ καθρέφτης, μέσα στον οποίο πιστεύεται ότι εμφανίζεται καθετί που θέλει να δει κάποιος. Mαγικό χαλί, ιπτάμενο χαλί ανατολίτικων παραμυθιών. || (ως ουσ.) το μαγικό, τέχνασμα, συνήθ. ταχυδακτυλουργικό: Έκανε κάτι μαγικά που τους κατέπληξαν. 2. (μτφ.) α. μαγευτικός: Mαγική βραδιά / θέα. β. που προκαλεί κτ. περίεργο ή αξιοθαύμαστο: Mαγική εικόνα, σκίτσο μέσα στο οποίο υπάρχει ένα δεύτερο, το οποίο πρέπει να ανακαλύψουμε. Mαγικό τετράγω νο*. || (τεχνολ.) ~ οφθαλμός. Mαγική φιάλη. || (φυσ.) Mαγικοί αριθμοί, οι αριθμοί των πρωτονίων ή των νετρονίων οι οποίοι προσδίδουν στους ατομικούς πυρήνες που τα περιέχουν σημαντική σταθερότητα. μαγικά ΕΠIΡΡ.

[1: αρχ. μαγικός· 2: λόγ. σημδ. γαλλ. magique (στη νέα σημ.) < αρχ. μαγικός & σημδ. γαλλ. enchanteur]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες