Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: λυσσάζω
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
λυσσάζω.
— Βλ. και λυσσιάζω.
  • Πάσχω από την αρρώστια της λύσσας· (μεταφ.) ενεργώ παράφορα, παράλογα, οργισμένα, βίαια:
    • ο δε πασάς ελύσσασε κι έλεγε να πασχίσει … πάντας να τυραννήσει (Αχέλ. 1186
    • (υβριστ.):
      • γένος λυσσασμένον (Πλουσιαδ., Θρ. Θεοτ. 36).
  • Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = λυσσασμένος· προκ. για άνθρωπο μανιακό, παράφορο, βίαιο:
    • εκάναν ό,τι δύνουνταν σαν σκύλοι λυσσασμένοι (Αχέλ. 1991).

[<αόρ. του λυσσώ + κατάλ. ‑άζω. Η μτχ. λυσσασμένος στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go