Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λογάς
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λογάς ο [loγás] Ο1 θηλ. λογού [loγú] Ο37 : (προφ.) 1. για πρόσωπο φλύα ρο· πολυλογάς: Έπιασα την κουβέντα με τη λογού την αδελφή μου κι έκαψα το φαΐ. Tι ~ είναι αυτός ο φίλος σου, στιγμή δε σταμάτησε! || (ως επίθ.): Tι λογού γυναίκα πήρες, πώς την ακούς κάθε μέρα! 2. αυτός που λέει, που υπόσχεται πολλά χωρίς να τα πραγματοποιεί· φαφλατάς: Mην τον πιστεύετε, δεν είναι παρά ένας αδιόρθωτος ~. 3. αυθάδης, θρασύς στα λόγια: Πάψε να αντιμιλάς και να αυθαδιάζεις, λογού! || (ως επίθ.).

[λόγ(ια) -άς· λογ(άς) -ού]

[Λεξικό Κριαρά]
λογάς, ο· πληθ. λεγάδες· 'κλογάδες.
  • (Στον πληθ.)
    • 1)
      • α) Διακεκριμένο πρόσωπο, αξιωματούχος, πρόκριτος:
        • (Byz. Kleinchron. Á 155107
        • έμπροσθεν τους αφέντες και του επισκόπου της Πάφου … και … τους λογάδες τους Ρωμαίους (Μαχ. 30817
      • β) σοφός, λόγιος:
        • ήλθον εν Κωνσταντινουπόλει ό τε Τραπεζούντιος, … Γεμιστός ο φιλόσοφος και άλλοι λογάδες (Ιστ. πολιτ. 822).
    • 2) (Εκκλ.) οφικιάλιος ή γενικ. κληρικός:
      • (Byz. Kleinchron. Á 6616
      • να πάσιν εις την αγίαν εκκλησία κἀκεί εντέχεται μετά τους λογάδας να κριθεί το έγκλημα (Ασσίζ. 323
      • λογάδες να υμνολογούν την αγίαν του Θεού εκκλησίαν (Μαχ. 262).

[αρσ. του αρχ. επιθ. λογάς ως ουσ. Οι τ. πιθ. από επίδρ. των λέγω και εκλέγω αντίστοιχα. Η λ. σε έγγρ. του 11. αι. και σήμ. κυπρ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες