Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λέσι
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λέσι το [lési] Ο44 : 1. το πτώμα ζώου, το ψοφίμι και η δυσάρεστη οσμή που αυτό αναδίδει, η δυσοσμία, η βρόμα. 2. (μτφ., λαϊκ.) α. για κπ. υπερβολικά νωθρό, αδύναμο, κουρασμένο· ψοφίμι. β. για κπ. υπερβολικά βρόμικο.

[μσν. λέσι < τουρκ. leş `ψοφίμι΄ ]

[Λεξικό Κριαρά]
λέσι το· πληθ. λέση.
  • Πτώμα ζώου, ψοφίμι:
    • έπεσαν σαν όρνεα στα λέση (Διγ. Α 2683).

[<τουρκ. leş. Η λ. στο Somav. και σήμ. λαϊκ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λεσιάρης -α -ικο [lesxáris] Ε9 : (λαϊκ.) για άνθρωπο υπερβολικά βρόμικο, κακοντυμένο, απεριποίητο: Στην καφετέρια αυτή συχνάζουν όλοι οι λεσιάρηδες της περιοχής.

[λέσ(ι) -ιάρης]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες