Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λάφι
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λάφι το [láfi] Ο44 θηλ. λαφίνα [lafína] Ο26 & αλάφι το [aláfi] Ο44 θηλ. αλαφίνα [alafína] Ο26 : (λαϊκότρ.) το ελάφι.

[λάφι: μσν. λάφιν < ελάφιν με αποβ. του αρχικού άτ. φων.· μσν. λαφίνα < ελαφίνα με αποβ. του αρχικού άτ. φων.· αλάφι: μσν. αλάφι < λάφι με ανάπτ. προτακτ. α- 3 από συμπροφ. με το αόρ. άρθρο και ανασυλλ. [ena-l > enal > en-al] · μσν. αλαφίνα < λαφίνα με ανάπτ. προτακτ. α- 3 κατά το αλάφι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαφιάτης ο [lafxátis] Ο10 : είδος ακίνδυνου φιδιού.

[λαφ(ιάζω) -ιάτης (δες στο αλαφιάζω)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαφίσιος -α -ο [lafísxos] Ε4 : (λαϊκότρ.) ελαφίσιος.

[< ελαφίσιος με αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

[Λεξικό Κριαρά]
Λαφίτες οι· Ελαφίτες.
  • Μυθικός λαός, Λαπίθες:
    • Κένταυροι … ή γένος … τό λέγουσι Λαφίτας (Θησ. Ά [613] (έκδ. Λε‑)).

[<παλαιότ. ιταλ. Laphiti - Lapiti (Teseida I 653 και κριτ. υπ.). Ο τ. πιθ. από παρετυμ. επίδρ. του ουσ. ελάφι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες