Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κριθαρίδα
1 εγγραφή
[Λεξικό Κριαρά]
κριθαρίδα η.
  • Kριθαρένιο ψωμί:
    • (Διήγ. παιδ. 367).

[<ουσ. κριθάρι + κατάλ. ίδα. H λ. σε ιατροσόφιο (Σάθας, ΜΒ Ϛʹ λδ´)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες