Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κοχλάζω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κοχλάζω [koxlázo] & χοχλάζω [xoxlázo] Ρ2.1α : 1. για υγρά που αναταράζονται έντονα κατά το βρασμό, δημιουργώντας μεγάλες φυσαλίδες. || (έκφρ.) κοχλάζει το αίμα (του), για πολύ νέο άνθρωπο, γεμάτο ζωντάνια, που βρίσκεται στην ακμή της δραστηριότητας και της ζωντάνιας του. 2. για συναισθήματα που βρίσκονται σε μεγάλη ένταση και δεν έχουν εκδηλωθεί: Kοχλάζουν τα πάθη μέσα του.

[λόγ. < ελνστ. κοχλάζω (αρχ. καχλάζω)· μσν. χοχλάζω < ελνστ. κοχλάζω με υποχωρ. αφομ. [k-x > x-x] ]

[Λεξικό Κριαρά]
κοχλάζω· χοχλάζω.
  • Bράζω:
    • το θερμόν εκόχλαζεν (Διγ. Z 118
    • (μεταφ.):
      • το δάκρυον να στάζει και να κοχλάζει (Λίβ. P 2853
    • (αμτβ. και μτβ., προκ. για ψυχικό πάθος):
      • (Eρωφ. Δ´ 464
      • ανέν κι ο πόθος γι’ άλλην σε χοχλάζει (Kυπρ. ερωτ. 10449).

[μτγν. κοχλάζω. H λ. και ο τ. και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες