Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κοντέινερ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κοντέινερ το [kontéiner] Ο (άκλ.) : το εμπορευματοκιβώτιο.

[λόγ. < αγγλ. container]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες