Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: κολλαρίζω
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κολλαρίζω [kolarízo] -ομαι Ρ2.1 & κολλάρω [koláro] -ομαι Ρ6 : ραντίζω τα λινά ή βαμβακερά ρούχα που πρόκειται να σιδερώσω με κόλλα2, έτσι ώστε με το σιδέρωμα να γίνουν κρουστά, ντούρα: Kολλαρισμένος γιακάς.

[κόλλ(α) -άρω και μεταπλ. -ίζω με βάση το συνοπτ. θ. κολλαρισ-]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες